Η νοσογόνος παχυσαρκία είναι από τα πιο συχνά προβαλλόμενα ζητήματα υγείας στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Δεν υπάρχει έντυπο, δελτίο ειδήσεων, ενημερωτική εκπομπή που να μην έχει αφιερώσει χρόνο σε μία νόσο της συμπεριφοράς με τις γνωστές βαρύτατες συνέπειες για τη συνολική υγεία. Το ενδιαφέρον μεγάλωσε όταν έγινε αποδεκτό από την επίσημη ιατρική κοινότητα (αν και με δυσκολία) ότι η μόνη μέθοδος που έχει πραγματικά αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, είναι η χειρουργική. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τη στάση της επίσημης πολιτείας απέναντι σε μια επιδημία που στη χώρα μας, σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, αποτελεί μείζον ιατρικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Η αλήθεια είναι ότι οι επιστημονικές εταιρείες δεν έχουν καταφέρει να θεσπίσουν σαφείς κανόνες πρακτικής (guidelines) σε ότι αφορά την επιλογή των ασθενών, το είδος της επέμβασης ή την παρακολούθηση των χειρουργημένων. Το μόνο στο οποίο όλες οι επιστημονικές εταιρείες συμφωνούν είναι ότι η βαριατρική χειρουργική πρέπει να εκτελείται από εξειδικευμένους χειρουργούς σε εξειδικευμένα κέντρα. Με αυτήν τη λογική έχουν θεσπισθεί οι κανόνες αναγνώρισης των κέντρων αριστείας όπου θεωρητικά η χειρουργική είναι ασφαλέστερη και τα αποτελέσματα καλύτερα.

Με βάση την Ελληνική νομοθεσία για τις ιατρικές ειδικότητες, η απόκτηση του τίτλου του Γενικού Χειρουργού αρκεί για την εκτέλεση των βαριατρικών επεμβάσεων και δεν απαιτείται οποιαδήποτε επιπλέον εκπαίδευση. Το ίδιο ισχύει όλες τις επεμβάσεις της γενικής χειρουργικής. Από χειρουργεία για μια απλή κήλη, μέχρι σύνθετες ογκολογικές επεμβάσεις. Το ουσιαστικό αυτό έλλειμα, χαρακτηριστικό κρατών με ανορθολογική δημόσια διοίκηση, δεν πρέπει να περιμένουμε να λυθεί από το Υπουργείο Υγείας. Η αρμοδιότητα θα έπρεπε να ανήκει στην επαγγελματική και επιστημονική ένωση των ιατρών. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, οι επαγγελματικές ενώσεις δεν ασχολούνται με επιστημονικά θέματα, ενώ οι επιστημονικές ενώσεις είναι διασπασμένες σε αδύναμες μικρές ομάδες χειρουργών και υποειδικοτήτων. Αυτό έχει αποδυναμώσει κάθε προσπάθεια κατάρτισης ενός σχεδίου υγειονομικών προταιρεοτήτων. Αποτέλεσμα είναι τα “greek statistics” να επικρατούν και σε επιστημονικό επίπεδο αφού δεν έχουμε κεντρική καταγραφή στοιχείων και ποιοτικό έλεγχο από ανεξάρτητες επαγγελματικές – επιστημονικές ενώσεις. Τη σημαία κρατούν ψηλά λίγα κέντρα με αφωσιομένους ιατρούς που προσπαθούν να εργάζονται με σύγχρονες προδιαγραφές.

Ειδικά στο θέμα της παχυσαρκίας, δεν γνωρίζουμε πόσες επεμβάσεις πραγματοποιούνται κατ’ έτος, τι είδους επεμβάσεις προτείνονται στους ασθενείς και ποιά τα αποτελέσματά τους. Έτσι, τα ασφαλιστικά ταμεία είναι δύσκολο να προϋπολογίσουν τις ανάγκες του πληθυσμού. Στην αρχή παρατηρήθηκε το φαινόμενο της ανεξέλεγκτης προσφοράς χειρουργείων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, το κόστος των επεμβάσεων για το ασφαλιστικό ταμείο δεν υπόκειτο σε κανέναν έλεγχο. Αποτέλεσμα είναι μερικές χιλιάδες επεμβάσεων να έχουν χρεωθεί στα ασφαλιστικά ταμεία με ποσά τα οποία πλέον είναι αδύνατο να εκτιμηθούν αλλά πιθανώς και να πληρωθούν. Η πρώτη αντίδραση από το ΙΚΑ ήταν η θέσπιση κριτηρίων επιλογής ασθενών με βάση τον Δείκτη Μάζας Σώματος των ασθενών. Αυτό έβαλε ένα φρένο στη μαζική εκτέλεση των επεμβάσεων αφού πλέον το ΙΚΑ κάλυπτε το κόστος για πραγματικά παχύσαρκους ασθενείς. Ως ελεγκτικό σώμα ορίσθηκε μια πραγματικά αξιόλογη και αποδοτική επιτροπή η οποία όμως δεν είχε ποτέ την ουσιαστική δυνατότητα να παρέμβει στις επιλογές των ιατρών. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ν. 3418/2005, όλες οι υπηρεσίες και αρχές οφείλουν να αποδέχονται γνωματεύσεις και πιστοποιητικά προερχόμενα από όλους τους ιατρούς.  Ο συγκεκριμένος νόμος προφυλάσσει βασικές αρχές ισότητας του Συντάγματος. Η μεγάλη προσφορά λοιπόν της επιτροπής έγκρισης των δαπανών από τα ταμεία είναι η υποχρεωτική καθυστέρηση της επέμβασης. Ο χρόνος αυτός είναι ευεργετικός για τον ασθενή ο οποίος τον εκμεταλεύεται για να υποβληθεί στις απαραίτητες εξετάσεις, να συνεργασθεί καλύτερα με τον ιατρό του αλλά κυρίως να εκπαιδευτεί και να προετοιμασθεί για την μετεγχειρητική περίοδο. Άλλωστε στη Μ. Βρεττανία, ο υποψήφιος για χειρουργείο πρέπει υποχρεωτικά να περιμένει 6 μήνες πριν χειρουργηθεί ώστε να αποδειχθεί ότι δεν μπορεί να χάσει βάρος με άλλο τρόπο αλλά και να εκπαιδευθεί από ειδικευμένους διαιτολόγους και νοσηλευτές. Η χειρουργική της παχυσαρκίας επιτυγχάνει όταν οι ασθενείς προσαρμόζονται σωστά στις μετεγχειρητικές οδηγίες και τροποποιούν τη ζωή τους συνολικά.

Η επόμενη επίσημη παρέμβαση του κράτους μέσω των ασφαλιστικών ταμείων ήταν η εφαρμογή αυστηρών ορίων χρηματοδότησης των επεμβάσεων παχυσαρκίας. Το βήμα ήταν απαραίτητο λόγω της κατάχρησης λαπαροσκοπικών, κυρίως, υλικών.

Το άμεσο πρόβλημα που δημιουργήθηκε ήταν η μεγάλη καθυστέρηση εφαρμογής της απόφασης από τον δημόσιο τομέα ενώ αντίθετα στον ιδιωτικό τομέα, το πλαφόν καθιστούσε απλά αδύνατο να πραγματοποιηθούν κάποιες επεμβάσεις χωρίς την μεγάλη επιβάρυνση του ασφαλισμένου. Αυτό επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά τον μυωπικό τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων. Για δεκαετίες, η διοίκηση του κράτους αρνείται να δει ότι δημόσια και ιδιωτική υγεία εξυπηρετεί τον ίδιο Ελληνικό πληθυσμό και αναπόφευκτα είναι συνδεδεμένη η μία με την άλλη. Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να είναι διαφορετική για όσους έχουν ιδιωτική ασφάλεια ή για όσους επιλέγουν ιδιώτη ιατρό!

Σήμερα, δεν γνωρίζουμε τι έχει πραγματικά επιτευχθεί με αυτά τα μέτρα. Μειώνοντας τον αριθμό των ασφαλισμένων που τελικά εξυπηρετούνται, μειώνεται το κόστος της υγείας χωρίς όμως να βελτιώνεται η συνολική υγεία του πληθυσμού. Η πολιτεία που ουσιαστικά διαχειρίζεται τα ασφαλιστικά ταμεία πρέπει να αναγνωρίσει την έκταση του προβλήματος. Γνωρίζουμε καλά πλέον ότι οι επεμβάσεις για την παχυσαρκία όταν γίνονται από οργανωμένες ιατρικές δομές είναι μακροπρόθεσμα αποδοτικές για τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι άνθρωποι γίνονται πιο υγιείς, ζούνε περισσότερο και γλιτώνουν από πολλές παθήσεις. Η Ελλάδα είναι η Ευρωπαϊκή χώρα με τους πλέον παχύσαρκους πολίτες. Η παντελής απουσία κοινωνικής εκπαίδευσης πάνω στον υγιεινό τρόπο ζωής θα οδηγήσει στις επόμενες δεκαετίες τα ασφαλιστικά ταμεία σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσουν τις ενδημικές αλλά μη μεταδοτικές νόσους. Μέχρι η εκπαίδευση να εξαλείψει το πρόβλημα της παχυσαρκίας, μόνο η χειρουργική μπορεί να δώσει σοβαρές λύσεις.